Αρχαία Ρίθυμνα
Από τη Φορτέτζα Ρεθύμνου, στη φυσική χερσόνησο που ξεχωρίζει στη βόρεια ακτή και που αργότερα κατέλαβε το βενετικό φρούριο, προέρχεται θραύσμα αρχαϊκού κρατήρα, το οποίο παρέχει την πρωιμότερη ένδειξη κατοίκησης κατά τους ιστορικούς χρόνους.
Η θέση φαίνεται να ανθεί κατά την ελληνιστική περίοδο. Υπάρχουν αρκετές επιγραφές του 3ου και 2ου αιώνων π.Χ. που αναφέρουν το όνομα της αρχαίας πόλης ως εθνικό, ενώ τα νομίσματα της περιόδου επιβεβαιώνουν την ανεξαρτησία της. Διάφορα λαξεύματα που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο της μελέτης της Φορτέτζας ταυτίζονται με θεμελιώσεις σπιτιών των χρόνων αυτών.
Πρόσφατα ήλθαν στο φως τμήματα μεγάλου σπιτιού του 3ου – 2ου αιώνων π.Χ., στην πλατεία που ανοίγεται στα ανατολικά του επιπρομαχώνα του Αγίου Λουκά. Ελληνιστικά κατάλοιπα επεκτείνονται σε ολόκληρη την έκταση της Φορτέτζας και αναδεικνύουν ένα οικισμό που είχε προφανώς σχέση με τη θάλασσα. Στη δυτική ακτογραμμή, εξάλου, διακρίνονται δύο διπλοί νεώσοικοι λαξευμένοι στο φυσικό βράχο.
Η Ρίθυμνα εξακολουθεί να κατοικείται κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας. Την εποχή απλώνεται πέρα από το λόφο της Φορτέτζας, στο παράλιο τμήμα ανατολικά του λόφου. Στην πλατεία Κιουλούμπαση και την περιοχή του τελωνείου εντοπίστηκαν λείψανα κτιρίων.
Συστάδες θαλαμωτών τάφων στην πόλη του Ρεθύμνου
Μια ομάδα θαλαμωτών τάφων που χρονολογούνται στην ύστερη φάση της τελικής ανακτορικής περιόδου ήρθαν στο φως μέσα στα όρια της πόλης του Ρεθύμνου, στην περιοχή Μασταμπά, νότια της παλιάς πόλης.
Το 1947, κατά τη διάνοιξη θεμελίων οικοδομής, εντοπίστηκε θαλαμωτός τάφος πεταλοειδούς κάτοψης, από τον οποίο διασώθηκαν τα κτερίσματα (ένας μεγάλος κρατήρας, μια κύλικα και τρεις ψευδόστομοι αμφορείς) που χρονολογούνται στην ΥΜ ΙΙΙ Β περίοδο. Ο τάφος αυτός και πιθανόν ένας δεύτερος, από τον οποίο προέρχεται ένας αμφορέας και θραύσματα, θα πρέπει να τοποθετηθούν στην περιοχή πίσω από τη Σχολή Χωροφυλακής.
Μια δεύτερη συστάδα εντοπίστηκε στο νότιο μέτωπο της οδού Χατζημιχάλη Γιάνναρη, επίσης νότια της παλιάς πόλης. Τέλος, ένας ακόμα ΥΜ ΙΙΙ Β τάφος ανάλογης αρχιτεκτονικής μορφής και κτερισμένος με δύο ψευδόστομους αμφορείς ανασκάφηκε σωστικά στην πλατεία Μητροπόλεως.
Φρούριο Φορτέτζας
Το φρούριο της Φορτέτζας κατασκευάστηκε μεταξύ 1573-1580 από τους Βενετούς, προκειμένου να προστατεύσει τους κατοίκους από την Τουρκική απειλή. Έχει αστερόμορφο σχήμα, τρεις πύλες και έξι προμαχώνες. Επιλέχθηκε ο λόφος Παλαιόκαστρο, που έχει απέραντη θέα και από στεριά και από θάλασσα.Το συνολικό μήκος του είναι 1307 μ. και περιλαμβάνει τέσσερις προμαχώνες και τρεις αιχμές. Για την ολοκλήρωσή του χρειάστηκαν 76800 αγγαρείες των κατοίκων όλου του νομού και κατασκευάστηκε από κανονικές ορθογωνικές πέτρες από τον πρωτομάστορα Γ. Σκορδίλη. Στο κέντρο ο ναός του S. Nicolo μετατράπηκε στο Τζαμί του Σουλτάν Ιμπραήμ Χάν. Υπήρχε το οίκημα του Διοικητή, του Συμβούλου, χώροι στρατωνισμού και σταυλισμού, αποθήκες πυρομαχικών, δεξαμενή ύδρευσης και κατοικίες που καταστάφηκαν μεταγενέστερα.
Το κάστρο της Φορτέτζας, στο οποίο μεχρι σήμερα δεν έχουν πραγματοποιηθεί συστηματικές ανασκαφές, «φιλοξενεί» τους εξής χώρους :
Κατοικίες Πολιτών. Οι κάτοχοι αυτών των σπιτιών ήταν φτωχοί, γι΄ αυτό και η κατασκευή των σπιτιών ήταν κακή, με συνέπεια να έχουν σωθεί ελάχιστα ερείπια απ” αυτά.
Το Φρούριο της Φορτέτζας συνεχίζει μέχρι και σήμερα να αποτελεί σημείο κατατεθέν της κρητικής πόλης. Κάθε καλοκαίρι- εδώ και 18 χρόνια- στοΘέατρο Ερωφίλη που βρίσκεται μέσα στο Κάστρο, πραγματοποιείται το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ Ρεθύμνου. Θεατρικές παραστάσεις (στα χρόνια της πορείας του Φεστιβάλ παρουσιάστηκαν όλα τα έργα του κρητικού θεάτρου και μια πλειάδα έργων του Σαίξπηρ, του Μολιέρου, του Γκολντόνι και πολλών άλλων σημαντικότατων δημιουργών), μουσικές, χορευτικές και εικαστικές εκδηλώσεις, αναδεικνύουν την Κρητική και Ευρωπαική Αναγέννηση. Επιπροσθέτως, χορός, εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις και κινηματογράφος συμπληρώνουν το πλαίσιο της δράσης του φεστιβάλ.
Βρύσινας, Iερό κορυφής
Το ιερό κορυφής είναι γνωστό από τη δεκαετία του 1960. Mια μικρής κλίμακας, ωστόσο, αρχαιολογική έρευνα στη δεκαετία του 1970 έφερε στο φως άφθονα θραύσματα ειδωλίων, ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων, καθώς και κεραμική, τα πρωιμότερα από τα οποία ανάγονται στην προανακτορική περίοδο. Η πρώτη περίοδος ακμή του ιερού τοποθετείται στην παλαιοανακτορική περίοδο. Το ιερό συνεχίζει το ρόλο του ως λατρευτικό κέντρο και κατά τη περίοδο των νέων ανακτόρων, εποχή που χαρακτηρίζεται από την εγκατάλειψη των μικρότερων, περιφερειακών ιερών και τη λατρευτική χρήση των πιο σημαντικών από αυτά. Από τη περίοδο αυτή προέρχονται εξαιρετικά αναθήματα, μεταξύ των οποίων και θραύσμα λίθινης τράπεζας με επιγραφή σε γραμμική Α γραφή.
Για τη μορφή του ιερού δεν έχουμε πολλά στοιχεία. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι επρόκειτο για υπαίθρια λατρεία, στο πλαίσιο της οποίας οι προσκυνητές τοποθετούσαν ειδώλια και κύπελλα σε σχισμές του φυσικού βράχου.
Ονιθέ Γουλεδιανών
Η θέση Ονιθέ βρίσκεται κοντά στο χωριό Γουλεδιανά. Βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων. Τα εύφορα καλλιεργήσιμα εδάφη, το νερό, η ασφαλής έξοδος προς τη θάλασσα και ο έλεγχος ενός σημαντικού περάσματος στον κάθετο άξονα έκαναν τον τόπο φιλόξενο από την αρχαιότητα ως σήμερα. Διάφοροι περιηγητές είχαν εντοπίσει στη θέση αυτή επιφανειακά λείψανα αρχαιοτήτων, ενώ τυχαίες περισυλλογές ήταν η αφορμή για να αρχίσει το 1952 μικρή ανασκαφική έρευνα.
Στα όριά της αρχαίας πόλης, ανασκάφηκε κρήνη. Αποτελείται από λαξευτό στο βράχο αγωγό που προοριζόταν να τροφοδοτεί μικρή δεξαμενή. Το νερό έρρεε από τρία μικρά στόμια στο βράχο. Η πρόσοψη πιθανόν συμπληρώνονταν με λεκάνες για το νερό και ίσως κάποιο στέγαστρο. Κοντά της βρέθηκε άγαλμα καθήμενης γυναικείας θεότητας (β΄ μισό του 7ου αιώνα π.Χ.).
Μαρουλάς
Στην περιοχή αποκαλύπτονται σταδιακά δύο νεκροταφεία της τελικής ανακτορικής περιόδου. Το πρώτο στη θέση Μεζάρια αποτελείται από λαξευτούς θαλαμωτούς τάφους. Οι τάφοι αυτοί περιέχουν λάρνακες, κεραμική των ΥΜ ΙΙΙ Α και Β χρόνων, χάλκινα σκεύη και όπλα, κοσμήματα και σφραγίδες.
Το δεύτερο νεκροταφείο εντοπίστηκε στη θέση Πριναρές και είναι νεκροταφείο εγχυτρισμών που ανήκει στην ίδια χρονολογική φάση με το προηγούμενο. Ανακαλύφθηκαν δύο πίθοι, ο ένας κλεισμένος με λίθινη πλάκα και ο δεύτερος με κρατήρα. Οι ταφές ήταν κτερισμένες με χάνδρες και περόνες.
Νεκρόπολη Αρμένων
Το 1969 δύο μαθητές παρέδωσαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ρεθύμνου, δύο αγγεία προερχόμενα από τη Θέση Πρινοκέφαλο της Κοινότητας Αρμένων. Η έρευνα στην περιοχή έδειξε ότι υπάρχει εκτεταμένο νεκροταφείο υστερομινωικών χρόνων, το οποίο έκτοτε ανασκάπτεται συστηματικά. Εως σήμερα έχουν ανασκαφεί περισσότεροι από 220 τάφοι. ![]()
Η διαμόρφωση του νεκροταφείου έγινε βάση ενός οργανωμένου σχεδιασμού. Οι τάφοι ανήκουν στον τύπο του λαξευτού θαλαμωτού τάφου με δρόμο. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο τάφος 200 ο οποίος είναι κτιστός θολωτός. Για τη σήμανση των τάφων χρησιμοποιούνταν ακατέργαστες πέτρες και πυραμοειδείς ή πλακοειδείς στήλες. Οι τάφοι ήταν οικογενειακοί: περιείχαν πολλούς νεκρούς που αποθέτονταν είτε πάνω στο δάπεδο είτε σε σαρκοφάγους. Τα κτερίσματα (κεραμική – όπλα – εργαλεία – κοσμήματα), παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την τέχνη, τη θρησκεία και την κοινωνική οργάνωση της εποχής.